ΕΛΠΙΔΕΣ ΜΟΥ ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ
Σαν μάζευα απ’ τη θάλασσα
πέτρες χρωματιστές
για να σε κτίσω όμορφο όνειρο
πρωί πρωί στ' αλήθεια
είδα ένα όνειρο.
Πως σε κρατούσα λέει απαλά- απαλά
και ερμητικά κλειστά στην αγκαλιά μου.
Τι όνειρο κι αυτό θεέ μου;
Και σου έλεγα ψιθυριστά:
Μη φύγεις ποτέ ποτέ από κοντά μου
και άσε με να σε αγαπώ
παντοτινέ, μοναδικέ
και λατρεμένε άγγελε μου.
Και τραγουδούσε η ελπίδα μου
ξέφρενα κι απροκάλυπτα:
«Τι όμορφο που το έφτιαξες εργάτη,
το αύριο, το σήμερα,το χθες,
το στόλισες όλο ευτυχία και χαρά
και έρωτα και αγάπη.
Με τα χαμόγελα μου, πινελιές,
μαργαριτάρια απ’ τα βαθιά της θάλασσας
και απ' της νύκτας του ουρανού
μα και απ’ τα έγκατα της γης χρυσάφι,
απ’ το ασημί των αστεριών
και απ’ την λαμπράδα του ήλιου,
να ζωγραφίζουν στο κορμί
και στα μαλλιά σου πάνω.
Λάγνο ταξίδι αγκαλιάς
στην άμμο της ακρογιαλιάς,
και πως να το ξεχάσω;
Με άρωμα και χάδεμα τριαντάφυλλου,
με δυο λωτούς, δυο κρίνα,
Δυο αστραπές και δυο βροντές.
Δυο ιαχές πολεμικές, δυο βογγητά.
Δυο θάνατοι απανωτοί. Δυο προσευχές.
Σαν μάζευα απ’ την θάλασσα
πέτρες χρωματιστές, κοχύλια και αστερίες
σου έστελνα με του ανέμου τις ριπές
κελαηδιστές δροσοσταλιές
και με ηλιομηνύματα
σου έριχνα βολές ερωτικές
πάνω στις ράγες του ουράνιου τόξου
και του ασημιού του φεγγαριού
τις σημαδιές
ζωγραφιστές παραγγελιές.
Ελπίδες μου ηλιόλουστες, τρελές,
απίθανες, πανέμορφες, μεγάλες,
ακόμα κι αν τελειώσετε
εγώ θα φέρω κι άλλες.
Μανώλης Κατσούλης
Σαν μάζευα απ’ τη θάλασσα
πέτρες χρωματιστές
για να σε κτίσω όμορφο όνειρο
πρωί πρωί στ' αλήθεια
είδα ένα όνειρο.
Πως σε κρατούσα λέει απαλά- απαλά
και ερμητικά κλειστά στην αγκαλιά μου.
Τι όνειρο κι αυτό θεέ μου;
Και σου έλεγα ψιθυριστά:
Μη φύγεις ποτέ ποτέ από κοντά μου
και άσε με να σε αγαπώ
παντοτινέ, μοναδικέ
και λατρεμένε άγγελε μου.
Και τραγουδούσε η ελπίδα μου
ξέφρενα κι απροκάλυπτα:
«Τι όμορφο που το έφτιαξες εργάτη,
το αύριο, το σήμερα,το χθες,
το στόλισες όλο ευτυχία και χαρά
και έρωτα και αγάπη.
Με τα χαμόγελα μου, πινελιές,
μαργαριτάρια απ’ τα βαθιά της θάλασσας
και απ' της νύκτας του ουρανού
μα και απ’ τα έγκατα της γης χρυσάφι,
απ’ το ασημί των αστεριών
και απ’ την λαμπράδα του ήλιου,
να ζωγραφίζουν στο κορμί
και στα μαλλιά σου πάνω.
Λάγνο ταξίδι αγκαλιάς
στην άμμο της ακρογιαλιάς,
και πως να το ξεχάσω;
Με άρωμα και χάδεμα τριαντάφυλλου,
με δυο λωτούς, δυο κρίνα,
Δυο αστραπές και δυο βροντές.
Δυο ιαχές πολεμικές, δυο βογγητά.
Δυο θάνατοι απανωτοί. Δυο προσευχές.
Σαν μάζευα απ’ την θάλασσα
πέτρες χρωματιστές, κοχύλια και αστερίες
σου έστελνα με του ανέμου τις ριπές
κελαηδιστές δροσοσταλιές
και με ηλιομηνύματα
σου έριχνα βολές ερωτικές
πάνω στις ράγες του ουράνιου τόξου
και του ασημιού του φεγγαριού
τις σημαδιές
ζωγραφιστές παραγγελιές.
Ελπίδες μου ηλιόλουστες, τρελές,
απίθανες, πανέμορφες, μεγάλες,
ακόμα κι αν τελειώσετε
εγώ θα φέρω κι άλλες.
Μανώλης Κατσούλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου