Σάββατο 1 Μαρτίου 2025

 


ΗΛΙΟΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ – Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


Μην αμφισβητείς την ομορφιά
αν τη βρεις,
ευτυχής ενέργεια είναι
και ποτέ δε λέει ψέματα,
απλά βρίσκεται στην αρμονική σχέση
αυτού που πιστεύεις
με ό,τι πράττεις.

Αφουγκράσου τα ηλιοσκαλοπάτια,
τις γαλαζοπράσινες θάλασσες,
τις χρωματιστές ακρογιαλιές
με τις μαγικές ανατολές
και τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα.
να φωνάζουν: «Σ’ αγαπώ»
.
Πες: «Ναι».

Κι αν βρεθείς πληγωμένος,
λυγισμένος απ’ τις κακουχίες,
τις αρρώστιες και τον πόνο.
Πες: «Όχι. Θα επιμείνω να γνωρίσω την αγάπη».

Με την καρδιά δίπλα στον νου
πάρε τις πιο μεγάλες αποφάσεις
και δώσε απαντήσεις
στα πιο καθοριστικά διλήμματά σου
κι ας μένει πάντα μια απορία για όλα.

Ναι,
με αυτές τις πιο μικρές λεξούλες,
το Ναι και το Όχι.

Μέχρι τώρα,
όσες φορές είπες Όχι
και δεν άκουσες την καρδιά σου,
την κλείδωσες
και ξόδεψες τη ζωή σου,
γιατί η λογική
τις κρίσιμες στιγμές
σου έλεγε κάθε φορά
τι έπρεπε να κάνεις.
Δεμένος στον κάβο της
στερήθηκες τα ομορφότερα ταξίδια.

Αφουγκράσου,
την ευτυχία να απολαμβάνεις
μια απολαυστική απόδοση
της σύνθεσης της χαράς της ομορφιάς
από τις γαλαζοπράσινες θάλασσες,
τις πλουμιστές ακρογιαλιές
με τις μαγικές ανατολές
και τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα
να ψιθυρίζουν:
«Σε όποιον αγγίξει
το άλικο φως της ψυχή σου
χάρισε τη δική σου.
Είσαι τόσο ασήμαντος
μπροστά στην απεραντοσύνη
της θεϊκής μουσικής του Σύμπαντος,
στη λυρική,
χαρούμενη ή λυπημένη,
πάντοτε συγκινητική στα βάθη της ψυχής,
που είναι αδύνατο να την αισθανθείς χωρίς δάκρυα».

Δες πώς απλώνουν
με απαλότητα τα χέρια τους,
πιότερο από χάδι,
πιότερο από νανούρισμα,
για να σου σκουπίσουν τα δάκρυα,
μεταδίδοντας τη μαγεία
της χρυσοκέντητης ομορφιάς
της άφωνης Σελήνης,
τη θαλπωρή του ολάνθιστου ονείρου,
την προσμονή και το ανάσασμα της ελπιδοφόρας βροχής.

Αν οι άνθρωποι άκουγαν
την τόσο όμορφη μουσική του Σύμπαντος,
η ζωή στη γη θα ήταν πολύ καλύτερη.
Η τρυφερότητα δεν είναι ανημποριά,
δεν είναι αδυναμία,
είναι αγάπη,
αθωότητα
και σθένος.

Άκου,
«Πάντα θα είμαστε εδώ», σου λένε.
«Υπομονή,
η ζωή σου χρωστά πολλές στιγμές
ντύσε με χρώματα,
το λαμπρό έργο της ψυχής σου
γδύστηνα και περπάτησε ήσυχα
κατά μήκος της ακτής,
η ομορφιά φέρνει όλη την παραλία σε λήθαργο
κι άκουσε με ενθουσιασμό τα χρώματα της μαγικής μουσικής
από τις γαλαζοπράσινες θάλασσες,
με τις πλουμιστές ακρογιαλιές
με τις μαγικές ανατολές
και τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα.

Είναι ομορφιά να ξέρεις
ότι αυτή τη στιγμή πολλοί άγνωστοι
από όλο τον κόσμο
ακούνε αυτή την όμορφη μουσική του Σύμπαντος.
Κάποιος κλαίει,
κάποιος χαμογελά,
κάποιος σπουδάζει ή αποκοιμιέται,
κάποιος άλλος ελπίζει
ότι αύριο θα είναι μια καλύτερη μέρα.
Ακόμα κι αν δεν θα σε γνωρίσω ποτέ,
εσένα που έσκυψες κάποτε σε μια ακρογιαλιά
και έπιασες με αγάπη για να θαυμάσεις ένα χρωματιστό βότσαλο
σου εύχομαι μια ευτυχισμένη ζωή.
Αλλά είσαι κι εσύ μέρος της χαράς μου
όταν βρισκόμαστε ξανά εδώ στη ζωή
το βράδυ ή το πρωί
και ακούμε την ίδια όμορφη μουσική
που ερμηνεύει το νέκταρ του Θεού
που βγαίνει από τον παράδεισο».

Ζωή:
Η τύχη να υπάρχεις,
το θάρρος να της χαμογελάς,
η επιθυμία να ελπίζεις,
η δύναμη να της αντισταθείς
και η ταπεινότητα να την ευχαριστείς.

Μην αμφισβητείς την ομορφιά της φύσης,
αν τη βρεις,
θετική ενέργεια είναι
με απίστευτη αγνότητα και τελειότητα
και ποτέ δε λέει ψέματα,
απλά βρίσκεται στην αρμονική σχέση
αυτού που πιστεύεις
με ό,τι πράττεις.

Πάντως είναι και κάτι δάκρυα
που προσπαθώντας να μην τρέξουν
στις ήττες σου,
σαν χάλκινες φωνές σου δείχνουν
προς τα που πρέπει να πας,
να βρεις την λησμονημένη αγάπη
και καταλήγουν να κόβουν σαν ξυράφια
το μυαλό και την ψυχή σου
από εκεί που ξεκινούν τα μεγαλύτερα
και τα πιο όμορφα ταξίδια.

Ακούγοντας αυτή τη μουσική,
τα δάκρυα κυλούν άθελά τους,
επιβάλλοντας την κάθαρση ψυχής και σώματος.
Θεέ μου,
τι χαρά το άκουσμα Σου περιέχει τα πάντα...
Γέννηση, Τελειότητα, Απώλεια, Μοναξιά,
Αποχωρισμό από κοντινούς και αγαπημένους.
ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 7-8 (Δ:13-8-24)

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024


6-5: ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Έβρεχε,
κι είχαν οι σταγόνες της βροχής
το βάθος της απόγνωσης,
τον πόνο της σιωπής,
το χρώμα της κατάθλιψης,
τη συντριβή του ανεκπλήρωτου.

Χιόνιζε,
κι είχα μες την παγωνιά
και το βοριά,
τα μάτια μου κλειστά,
και συ ξεφύτρωσες,
σαν μυγδαλιά ολάνθιστη
με χίλια ανοιχτά,
πετρολουλουδοπέταλα.

«Δεν την αντέχω πια
την κόλαση της λογικής»,
σου είπα
και δραπέτευσα,
χορεύοντας σαν τις φλόγες
ανάμεσα κι απέναντι:
απ’ τις σταγόνες της βροχής,
απ’ τις νιφάδες του χιονιού
και τις ριπές τ’ ανέμου.

Και είχα τ’ αφτιά μου σφραγισμένα,
όταν μες τη σιγαλιά της μοναξιάς,
την ώρα που η καρδιά
σ’ αναζητούσε απεγνωσμένα,
σ' αγαπούσα αληθινά
η τρυφερή φωνή σου,
πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου,
μου είπε παθιασμένα:
«Σε περιμένω,
γεννημένη απ’ τη μνήμη των στιγμών,
των ωρών
και των αιώνων.
Σε περιμένω
και είμαι δω:
με μάτια αστραφτερά,
χείλη ανοιχτά φιλήδονα,
σώμα μ’ ερωτικό καημό,
καρδιά που αναζητάει τη χαρά
σε ηλιοβασίλεμα φλόγιστρο,
ψυχή που ψάχνει λύτρωση
στους απάνεμους αιθέρες της αγάπης».

Τότε ο νους μου
δρασκέλισε σαν σίφουνας,
κι έδιωξε μακριά το θάμπος της ομίχλης
και όλες τις σκιές
και με τα χέρια ακούνητα,
σ’ αγκάλιασα σφικτά
και με το στόμα μου κλειστό
τράνταξα τα συθέμελα της γης
και του ουρανού
και σου είπα:
«Σ’ αγαπώ πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου
και θα το φωνάζω όσο ζω».

Και η βροχή αγρίεψε,
θέριεψε ο άνεμος,
το φως αγκύλωνε το δέρμα,
κοίταξα τον ορίζοντα τρεκλίζοντας,
κορμός δίχως κλαδιά και ρίζες.

Κι έγραφε ο ουρανός:
«Άκου και μη μιλάς.
Αυτό που ζεις εδώ,
δεν είναι παρά ένα τίποτα,
δεν είναι ο τελικός προορισμός.
Η ζωή είναι αλλού».

Παρόλα αυτά
γέμισαν τον ορίζοντα:
Τραγούδια και κλάματα χαράς
που έμοιαζαν με πιρουέτες ομορφιάς.
Μύρα αθανασίας ανάσαναν και βάφανε
κυματιστές σημαίες,
θριαμβικές αστραφτερές πλεξούδες νίκης.
Ανείπωτες ηδονικές χαρές και προσμονές.
Καμπάνες,
ψυχικά ξυπνήματα,
αντίδωρα ζωής.
Διυλισμένα κι απαλά
μαρτυρικά του έρωτα θυμιάματα.
Αθώες κι αληθινές πόνου κραυγές
και σκουπισμένα δάκρυα σ’ ευάλωτες στιγμές.

Και σου είπα:
«Σ’ αγαπώ πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου
και θα το φωνάζω όσο ζω».

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

 


6-3: ΣΤΟΝ ΧΟΡΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ


Η ζωή είναι φτιαγμένη για το τώρα,
και δεν είναι για το χθες,
και δεν είναι για το αύριο.
Το χθες πέρασε και δε θα ξαναρθεί.
Το αύριο μπορεί και να μην υπάρχει.

Το τώρα έχει άπειρες στιγμές
ίσως τυχαίες κι απροσδόκητες
σαν πινελιές ζωγραφιάς,
στιγμές-σπίθες φωτιάς
που τρεμοπαίζουν πριν χαθούν,
αφήνοντας μερικές φορές αποτυπώματα
εκλάμψεις ή φωτεινά διαμαντάκια
στην καρδιά και στο μυαλό.

Τα διαμαντάκια είναι για τους λίγους
γι’ αυτό έχουν κι αξία.
Μια στιγμή μπορεί να είναι πιο μεγάλη,
μοναδική και τελευταία
από μια ολόκληρη ζωή.

Άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο.
Η δυσκολία είναι δημιούργημα
ανθρώπινου διαλογισμού.
Ζήσε με ένταση,
μη χάνεις το τώρα,
δε θα ξανάρθει.

Τη δυσκολία μετέτρεψέ την σε δοκιμασία,
τη δοκιμασία μετέτρεψέ την σε προετοιμασία,
την προετοιμασία μετέτρεψέ την σε δημιουργία,
τη δημιουργία μετέτρεψέ την σε αποκομιδή.
Ο,τι σπέρνεις, αυτό θερίζεις.

Από τον χορό της φωτιάς
κράτα μόνο τον αχνό της υπέροχης ζεστασιάς
που χαρίζει η φαντασία,
η ελπίδα και τ’ όνειρο
που χαρίζει η πραγματικότητα του τώρα.

Το ονειροπόλημα
που περιέχεται σε μια ολόκληρη στιγμή
απλώνεται παντού,
και το άρωμα και την υφή του δεν το χωράει
ούτε το χωροχρονικό Σύμπαν.

Τα διαμαντάκια σου
ξέρουν που να πάνε,
και πάνε εκεί
που δεν αφήνουν τίποτα ανεκμετάλλευτο
και που είναι καλοδεχούμενα.

Κάπου κάπου
άφησε τις αισθήσεις σου να ταξιδέψουν,
απολαμβάνοντας όλες τις στιγμές
αφήνοντας πίσω τις σκέψεις
που προκαλούν τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Απόλαυσε τα χρώματα,
τους ήχους
και τις μυρωδιές,
χαλάρωσε
και γίνε ένα μαζί τους
και γίνε ένα με το τώρα.

Η ζωή είναι φτιαγμένη για το τώρα
και δεν είναι για το χθες,
και δεν είναι για το αύριο.
Το χθες πέρασε και δε θα ξαναρθεί.
Το αύριο μπορεί και να μην υπάρχει.

Ένα τριαντάφυλλο στο φεγγάρι
ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

 


ΓΙΑ ΤΙ ΑΛΛΟ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΖΩ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ;

 

Σ’ αγαπώ,

είναι γραμμένο εκεί

στον γαλάζιο ουρανό,

στα νησιά,

στα βουνά,

στ’ ακρογιάλια,

στα ποτάμια,

στις λίμνες,

στις ξέρες.

 

Σ’ αγαπώ,

η αγάπη αυτή γεμίζει με Ήλιους,

Φεγγάρια,

Αστέρια,

μαγική θαλπωρή

κι εξαίσιο έγχρωμο φως,

τα σκοτάδια της νύχτας,

την ομίχλη,

τα φαράγγια,

τις σκιές των βροχών,

τη θλίψη των καιρών,

τις ανήλιες μέρες.

 

Σ’ αγαπώ,

κι όταν φεύγεις

και χάνεσαι,

χάνομαι κι εγώ,

τρέμουν τα φύλλα πάνω στα δένδρα,

τρέμει η καρδιά μου

κι όρθιος δεν μπορώ να σταθώ.

Ο άνεμος γίνεται βοριάς δυνατός,

τα φύλλα τα ρίχνει κάτω στο χώμα

και τα πάει σεργιάνι απ’ εδώ κι από κει,

σαν την αγάπη που παύει να υπάρχει

και μέχρι να φύγει φυλλοροεί.

 

Μα,

όταν έρχεσαι,

τι θαύμα Θεέ μου κι αυτό,

δένει η αγάπη

και γίνεται πιο δυνατή,

η χαρά,

και η Άνοιξη χαμογελά,

ο Ήλιος γίνεται ακόμα πιο λαμπρός,

στο Φεγγάρι φυτρώνουνε ρόδα,

απ’ τ’ Αστέρια χρυσές κι ασημένιες σταγόνες,

στάζουν νέκταρ μες στην καρδιά

και ποτίζουν κι ανθίζουν λουλουδένιες φωτιές

και κάνουν το στήθος να χτυπά

σαν τρελή, μαγεμένη καμπάνα.

 

Σ’ αγαπώ ακόμα πιο πολύ τότε

γιατί λάμπεις σαν φωτιά,

γιατί γίνεσαι φως,

γιατί είσαι το φως μου.

Και δεν ξέρω άγγελέ μου

τι άλλο να πω;

Τι άλλο να κάνω;

Σ’ αγαπώ.

 

Σ’ αγαπώ,

γιατί γίνεσαι ο λόγος που υπάρχω,

που ζω.

Κι αν χαθείς;

Θα χαθώ.

Τι να την κάνω πλέον,

αυτή τη ζωή;

Χωρίς εσένα,

αυτή τη ζωή πλέον,

τι να την κάνω;

 

Για τι άλλο;

Πες γιατί άλλο

αξίζει να ζω πιο μεγάλο;

 

Ας λένε,

πως είναι γλυκιά η ζωή,

χωρίς εσένα είναι φαρμάκι.

Ας πεθάνω!


ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 


#ΑΓΑΠΗ

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

 


ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
 
Θέλω να σου δώσω ό,τι μπορώ,
αλλά δε γίνεται
και δεν πρέπει
να σου δώσω τα φτερά μου.


Μπορώ όμως να σου χαρίσω
τα φτερά της γνώσης,
για να μάθεις μόνη σου να πετάς.
 
Το μυαλό δεν είναι ένα ποτήρι που το γεμίζουν,
αλλά μια δεξαμενή καυσίμων που την ανάβουν.
Τα καύσιμα είναι οι γνώσεις που αποκτάς
από τις προσωπικές εμπειρίες σου
αλλά και από το διάβασμα των εμπειριών των άλλων.
 
Η ευτυχία δεν είναι σταθμός,
για να κατέβεις από το τρένο
και να μείνεις παντοτινά εκεί,
είναι ένας μοναδικός
και μαγικός τρόπος για να ταξιδεύεις.
 
Η ευτυχία έχει μονόδρομο
την πορεία προς την επιτυχία
μόνον δια μέσου της αρμονικής σχέσης με τη συνείδησή σου
και αυτή η επιτυχία
έχει μόνο δυσκολίες και ανηφόρα.
 
Ελευθέρωσε τον εαυτό σου
και πέταξε προς τα εκεί
που λέει η καρδιά σου
και όχι προς τα εκεί
που πάνε οι άλλοι
ή εκεί
που σου λένε οι άλλοι να πας.
 
Ακολούθησε τα πουλιά
καθώς διασχίζουν τους χρωματιστούς ορίζοντες
αναζητώντας τη γαλήνη της ζεστασιάς
και τη θαλπωρή.
Πρόσεξε πως κανένα
δε μεταφέρει πάνω του το άλλο
για να το βοηθήσει,
αλλά το μεγαλύτερο
δείχνει το δρόμο στο άλλο
και μεταφέρουν πάνω τους αν χρειαστεί
μόνο το θήραμά τους.
 
Τα φτερά πρέπει να είναι δικά σου,
για να νοιώσεις τη χαρά του δημιουργού,
του δυνατού,
του αυτάρκη
και όχι τη θλίψη του αποθαρρημένου,
του διστακτικού,
του ανήμπορου,
του εξαρτημένου.
 
Γίνε ένα πουλί
και πέταξε με στόχο
προς τα εκεί που γαληνεύει το πνεύμα σου
και αγαλλιάζει η καρδιά σου.
 
Βάλε στόχους στη ζωή σου
αγαπημένη μου
και πάλεψε γι' αυτούς.
 
Ανέβα,
ανέβα ψηλά αλλά και κατέβα.
 
Ποτέ μην κοιτάξεις από ψηλά κάποιον
γιατί τότε δεν θα βλέπεις αυτόν
αλλά το είδωλό του.
 
Ποτέ μην κοιτάξεις από ψηλά κάποιον
ακόμα ούτε κι όταν τον βοηθάς
να σηκωθεί από κάτω.
 
Μάθε όμως
αγαπημένη μου
ότι σ’ αυτήν τη ζωή,
όσο πιο γρήγορα πετάς,
τόσο ο αέρας σου σβαρνίζει
με μεγαλύτερη ένταση το πρόσωπο.
 
Όσο πιο ψηλά πετάς,
τόσο πιο μικρή σε βλέπουν
όσοι δεν μπορούν ν’ ακολουθήσουν.
 
Κανείς δεν ξέρει
πόσο ψηλά ή χαμηλά
μπορεί να φτάσει το πέταγμά του,
προτού ανοίξει τα φτερά του.
 
Και το μεγαλύτερο ταξίδι
ξεκινά από ένα μικρό βήμα.
 
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

7-31

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

 



ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΡΑΜΑ;
 
Ε!
Πού πας κορίτσι πράμα
με τέτοιο καιρό,
ανάμεσα απ’ τις σταγόνες της βροχής
νομίζεις ότι μπορείς να περάσεις,
πιστεύοντας πως η ζωή θ’ ανασάνει καλύτερα
γιατί φόρεσες τα καλά σου;
 
Ανέμελη κοιτάς τις παπαρούνες
να ομορφαίνουν το φόρεμά σου.
Πώς να υποψιαστείς το θανατικό
που κρύβουν οι σταυροί στην αγκαλιά τους;
 
Κι όμως,
ολάκερη η φύση που ξέρει,
σου μιλάει,
σε προειδοποιεί,
υπομονή λέει ο ρυθμός της.
Άκουσέ την!
 
Πανούργος ο κλέφτης της καρδιάς σου.
Ενήλικας και γόης
και συ σπουργιτάκι
που κάνεις τοκ τοκ σε σπασμένο καθρέφτη
καθώς καίγονται τα δειλινά στην αγκαλιά του,
οι υάκινθοί του αποπνικτικοί
τυλίγονται γύρω γύρω απ’ την καρδιά σου,
η ελευθερία σου φυλακίζεται στα φτερά του,
στην απουσία του
οι φλογεροί σου ορίζοντες σκάνε
σαν πλοία χωρίς πυξίδα
πάνω στα βράχια.
 
Αγέρωχα πράσινα μάτια
το χιόνι σφοδρό,
στροβιλιστό,
μεθυσμένο,
αντί για ρύζι
θα πέφτει στα χτενισμένα μαλλιά σου,
χορεύοντας σε λίγο
αντί το χορό του Ησαΐα,
το χορό του Ζαλόγγου.
 
Αναπόφευκτα όλα σου μοιάζουν καινούρια
σαν φάροι της θάλασσας που αναβοσβήνουν
προειδοποιώντας για κινδύνους σε παράκτια ταξίδια.
 
Όρθιος αυτός
σαν τον ναύτη στου καραβιού την πλώρη,
και συ
αποδημητικό πουλί πάνω στο κατάρτι.
 
Με την πρώτη ματιά,
σε σκλαβώνει
καλώντας σε με ανέμου φωνή
με νόστου και Κίρκης τραγούδι.
 
Σε τόσους αιώνες
πώς γίνεται πάντα,
την ιστορία να τη γράφει
το ανθρώπινο αίμα,
λες και φτηνότερο είναι
απ’ της σουπιάς το μελάνι;
 
Πώς μπορεί κάθε λίγο,
η γιαγιά να κοιμάται στο τζάκι
με τις φλόγες να καίνε το θαύμα
προτού το παραμύθι να τελειώνει;
 
Ξυπνήστε την!
 
Άφησαν και πάλι τους λύκους αμολητούς
και χωρίς να ουρλιάζουν στα όνειρά σου,
τραγουδώντας,
να πατούν πρώτοι στο Φεγγ – Άρη.

ΜΑΝΩΛΗΣ Α ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 
2-9

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

 



ΣΑΝ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΣΠΑΘΙΑ

Τώρα που η νύχτα έγινε αφόρητη,
γιατί καρφώνει τις σκιές του
πάνω στην άμμο της ακρογιαλιάς,
το αυγουστιάτικο ολόγιομο Φεγγάρι
και τα νυχτοπούλια θρηνούν
γύρω γύρω από μια πυρκαγιά.
Τώρα που αλόγιστα τα κύματα
λαμποκοπούν σαν ασημένια σπαθιά
και των φώτων η μαρμαρυγή
κουρδίζει έωλα σύννεφα.
Τώρα που η απουσία
δυο πράσινων κογχυλιών
φλογισμένος κισσός,
βρόγχος έρωτα μέχρι θανάτου,
τυλίχτηκε στον λαιμό μου.
Τώρα που η αυλή μου γέμισε·
λιόδεντρα, κληματαριές,
μαργαρίτες και γαρύφαλλα,
πολύχρωμες μαρτυρίες σου.
Τώρα γνώρισα,
τι διέρρηξε τη θνητότητα της ύπαρξής μου
στο νου και στην ψυχή μου
εγκαθιστώντας την ασύλληπτη έννοια της αιωνιότητας
και τι αγάπησα πιότερο κι απ’ τη ζωή μου:
Τα φαντάσματα που έβγαιναν
απ’ το πέλαγος της νύκτας
και συ ξανθολυγερή
έτσι τυχαία και απροσδόκητα
κοιμόσουν αμέριμνη στην αμμουδιά.
Τ’ αστέρια του Καλοκαιριού
που ταξίδευαν μες στα μάτια σου
σαν τ’ αποδημητικά πουλιά.
Το ροζ χαρτομάντιλο
που ο άνεμος το πήρε απ’ τα χέρια σου
και το έκανε πεταλούδα.
Το δέος που ένιωσα λαβωμένος
καθώς μου έκλεβες το μυαλό,
μου έκαιγες την καρδιά
και περιδινούσες την ψυχή μου πέρα δώθε,
σαν τα κίτρινα φύλλα του Φθινοπώρου
όταν πέσουν απ’ τα δένδρα στο έδαφος.
ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ