Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024


6-5: ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Έβρεχε,
κι είχαν οι σταγόνες της βροχής
το βάθος της απόγνωσης,
τον πόνο της σιωπής,
το χρώμα της κατάθλιψης,
τη συντριβή του ανεκπλήρωτου.

Χιόνιζε,
κι είχα μες την παγωνιά
και το βοριά,
τα μάτια μου κλειστά,
και συ ξεφύτρωσες,
σαν μυγδαλιά ολάνθιστη
με χίλια ανοιχτά,
πετρολουλουδοπέταλα.

«Δεν την αντέχω πια
την κόλαση της λογικής»,
σου είπα
και δραπέτευσα,
χορεύοντας σαν τις φλόγες
ανάμεσα κι απέναντι:
απ’ τις σταγόνες της βροχής,
απ’ τις νιφάδες του χιονιού
και τις ριπές τ’ ανέμου.

Και είχα τ’ αφτιά μου σφραγισμένα,
όταν μες τη σιγαλιά της μοναξιάς,
την ώρα που η καρδιά
σ’ αναζητούσε απεγνωσμένα,
σ' αγαπούσα αληθινά
η τρυφερή φωνή σου,
πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου,
μου είπε παθιασμένα:
«Σε περιμένω,
γεννημένη απ’ τη μνήμη των στιγμών,
των ωρών
και των αιώνων.
Σε περιμένω
και είμαι δω:
με μάτια αστραφτερά,
χείλη ανοιχτά φιλήδονα,
σώμα μ’ ερωτικό καημό,
καρδιά που αναζητάει τη χαρά
σε ηλιοβασίλεμα φλόγιστρο,
ψυχή που ψάχνει λύτρωση
στους απάνεμους αιθέρες της αγάπης».

Τότε ο νους μου
δρασκέλισε σαν σίφουνας,
κι έδιωξε μακριά το θάμπος της ομίχλης
και όλες τις σκιές
και με τα χέρια ακούνητα,
σ’ αγκάλιασα σφικτά
και με το στόμα μου κλειστό
τράνταξα τα συθέμελα της γης
και του ουρανού
και σου είπα:
«Σ’ αγαπώ πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου
και θα το φωνάζω όσο ζω».

Και η βροχή αγρίεψε,
θέριεψε ο άνεμος,
το φως αγκύλωνε το δέρμα,
κοίταξα τον ορίζοντα τρεκλίζοντας,
κορμός δίχως κλαδιά και ρίζες.

Κι έγραφε ο ουρανός:
«Άκου και μη μιλάς.
Αυτό που ζεις εδώ,
δεν είναι παρά ένα τίποτα,
δεν είναι ο τελικός προορισμός.
Η ζωή είναι αλλού».

Παρόλα αυτά
γέμισαν τον ορίζοντα:
Τραγούδια και κλάματα χαράς
που έμοιαζαν με πιρουέτες ομορφιάς.
Μύρα αθανασίας ανάσαναν και βάφανε
κυματιστές σημαίες,
θριαμβικές αστραφτερές πλεξούδες νίκης.
Ανείπωτες ηδονικές χαρές και προσμονές.
Καμπάνες,
ψυχικά ξυπνήματα,
αντίδωρα ζωής.
Διυλισμένα κι απαλά
μαρτυρικά του έρωτα θυμιάματα.
Αθώες κι αληθινές πόνου κραυγές
και σκουπισμένα δάκρυα σ’ ευάλωτες στιγμές.

Και σου είπα:
«Σ’ αγαπώ πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου
και θα το φωνάζω όσο ζω».

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

 


6-3: ΣΤΟΝ ΧΟΡΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ


Η ζωή είναι φτιαγμένη για το τώρα,
και δεν είναι για το χθες,
και δεν είναι για το αύριο.
Το χθες πέρασε και δε θα ξαναρθεί.
Το αύριο μπορεί και να μην υπάρχει.

Το τώρα έχει άπειρες στιγμές
ίσως τυχαίες κι απροσδόκητες
σαν πινελιές ζωγραφιάς,
στιγμές-σπίθες φωτιάς
που τρεμοπαίζουν πριν χαθούν,
αφήνοντας μερικές φορές αποτυπώματα
εκλάμψεις ή φωτεινά διαμαντάκια
στην καρδιά και στο μυαλό.

Τα διαμαντάκια είναι για τους λίγους
γι’ αυτό έχουν κι αξία.
Μια στιγμή μπορεί να είναι πιο μεγάλη,
μοναδική και τελευταία
από μια ολόκληρη ζωή.

Άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο.
Η δυσκολία είναι δημιούργημα
ανθρώπινου διαλογισμού.
Ζήσε με ένταση,
μη χάνεις το τώρα,
δε θα ξανάρθει.

Τη δυσκολία μετέτρεψέ την σε δοκιμασία,
τη δοκιμασία μετέτρεψέ την σε προετοιμασία,
την προετοιμασία μετέτρεψέ την σε δημιουργία,
τη δημιουργία μετέτρεψέ την σε αποκομιδή.
Ο,τι σπέρνεις, αυτό θερίζεις.

Από τον χορό της φωτιάς
κράτα μόνο τον αχνό της υπέροχης ζεστασιάς
που χαρίζει η φαντασία,
η ελπίδα και τ’ όνειρο
που χαρίζει η πραγματικότητα του τώρα.

Το ονειροπόλημα
που περιέχεται σε μια ολόκληρη στιγμή
απλώνεται παντού,
και το άρωμα και την υφή του δεν το χωράει
ούτε το χωροχρονικό Σύμπαν.

Τα διαμαντάκια σου
ξέρουν που να πάνε,
και πάνε εκεί
που δεν αφήνουν τίποτα ανεκμετάλλευτο
και που είναι καλοδεχούμενα.

Κάπου κάπου
άφησε τις αισθήσεις σου να ταξιδέψουν,
απολαμβάνοντας όλες τις στιγμές
αφήνοντας πίσω τις σκέψεις
που προκαλούν τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Απόλαυσε τα χρώματα,
τους ήχους
και τις μυρωδιές,
χαλάρωσε
και γίνε ένα μαζί τους
και γίνε ένα με το τώρα.

Η ζωή είναι φτιαγμένη για το τώρα
και δεν είναι για το χθες,
και δεν είναι για το αύριο.
Το χθες πέρασε και δε θα ξαναρθεί.
Το αύριο μπορεί και να μην υπάρχει.

Ένα τριαντάφυλλο στο φεγγάρι
ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

 


ΓΙΑ ΤΙ ΑΛΛΟ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΖΩ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ;

 

Σ’ αγαπώ,

είναι γραμμένο εκεί

στον γαλάζιο ουρανό,

στα νησιά,

στα βουνά,

στ’ ακρογιάλια,

στα ποτάμια,

στις λίμνες,

στις ξέρες.

 

Σ’ αγαπώ,

η αγάπη αυτή γεμίζει με Ήλιους,

Φεγγάρια,

Αστέρια,

μαγική θαλπωρή

κι εξαίσιο έγχρωμο φως,

τα σκοτάδια της νύχτας,

την ομίχλη,

τα φαράγγια,

τις σκιές των βροχών,

τη θλίψη των καιρών,

τις ανήλιες μέρες.

 

Σ’ αγαπώ,

κι όταν φεύγεις

και χάνεσαι,

χάνομαι κι εγώ,

τρέμουν τα φύλλα πάνω στα δένδρα,

τρέμει η καρδιά μου

κι όρθιος δεν μπορώ να σταθώ.

Ο άνεμος γίνεται βοριάς δυνατός,

τα φύλλα τα ρίχνει κάτω στο χώμα

και τα πάει σεργιάνι απ’ εδώ κι από κει,

σαν την αγάπη που παύει να υπάρχει

και μέχρι να φύγει φυλλοροεί.

 

Μα,

όταν έρχεσαι,

τι θαύμα Θεέ μου κι αυτό,

δένει η αγάπη

και γίνεται πιο δυνατή,

η χαρά,

και η Άνοιξη χαμογελά,

ο Ήλιος γίνεται ακόμα πιο λαμπρός,

στο Φεγγάρι φυτρώνουνε ρόδα,

απ’ τ’ Αστέρια χρυσές κι ασημένιες σταγόνες,

στάζουν νέκταρ μες στην καρδιά

και ποτίζουν κι ανθίζουν λουλουδένιες φωτιές

και κάνουν το στήθος να χτυπά

σαν τρελή, μαγεμένη καμπάνα.

 

Σ’ αγαπώ ακόμα πιο πολύ τότε

γιατί λάμπεις σαν φωτιά,

γιατί γίνεσαι φως,

γιατί είσαι το φως μου.

Και δεν ξέρω άγγελέ μου

τι άλλο να πω;

Τι άλλο να κάνω;

Σ’ αγαπώ.

 

Σ’ αγαπώ,

γιατί γίνεσαι ο λόγος που υπάρχω,

που ζω.

Κι αν χαθείς;

Θα χαθώ.

Τι να την κάνω πλέον,

αυτή τη ζωή;

Χωρίς εσένα,

αυτή τη ζωή πλέον,

τι να την κάνω;

 

Για τι άλλο;

Πες γιατί άλλο

αξίζει να ζω πιο μεγάλο;

 

Ας λένε,

πως είναι γλυκιά η ζωή,

χωρίς εσένα είναι φαρμάκι.

Ας πεθάνω!


ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 


#ΑΓΑΠΗ

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

 


ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
 
Θέλω να σου δώσω ό,τι μπορώ,
αλλά δε γίνεται
και δεν πρέπει
να σου δώσω τα φτερά μου.


Μπορώ όμως να σου χαρίσω
τα φτερά της γνώσης,
για να μάθεις μόνη σου να πετάς.
 
Το μυαλό δεν είναι ένα ποτήρι που το γεμίζουν,
αλλά μια δεξαμενή καυσίμων που την ανάβουν.
Τα καύσιμα είναι οι γνώσεις που αποκτάς
από τις προσωπικές εμπειρίες σου
αλλά και από το διάβασμα των εμπειριών των άλλων.
 
Η ευτυχία δεν είναι σταθμός,
για να κατέβεις από το τρένο
και να μείνεις παντοτινά εκεί,
είναι ένας μοναδικός
και μαγικός τρόπος για να ταξιδεύεις.
 
Η ευτυχία έχει μονόδρομο
την πορεία προς την επιτυχία
μόνον δια μέσου της αρμονικής σχέσης με τη συνείδησή σου
και αυτή η επιτυχία
έχει μόνο δυσκολίες και ανηφόρα.
 
Ελευθέρωσε τον εαυτό σου
και πέταξε προς τα εκεί
που λέει η καρδιά σου
και όχι προς τα εκεί
που πάνε οι άλλοι
ή εκεί
που σου λένε οι άλλοι να πας.
 
Ακολούθησε τα πουλιά
καθώς διασχίζουν τους χρωματιστούς ορίζοντες
αναζητώντας τη γαλήνη της ζεστασιάς
και τη θαλπωρή.
Πρόσεξε πως κανένα
δε μεταφέρει πάνω του το άλλο
για να το βοηθήσει,
αλλά το μεγαλύτερο
δείχνει το δρόμο στο άλλο
και μεταφέρουν πάνω τους αν χρειαστεί
μόνο το θήραμά τους.
 
Τα φτερά πρέπει να είναι δικά σου,
για να νοιώσεις τη χαρά του δημιουργού,
του δυνατού,
του αυτάρκη
και όχι τη θλίψη του αποθαρρημένου,
του διστακτικού,
του ανήμπορου,
του εξαρτημένου.
 
Γίνε ένα πουλί
και πέταξε με στόχο
προς τα εκεί που γαληνεύει το πνεύμα σου
και αγαλλιάζει η καρδιά σου.
 
Βάλε στόχους στη ζωή σου
αγαπημένη μου
και πάλεψε γι' αυτούς.
 
Ανέβα,
ανέβα ψηλά αλλά και κατέβα.
 
Ποτέ μην κοιτάξεις από ψηλά κάποιον
γιατί τότε δεν θα βλέπεις αυτόν
αλλά το είδωλό του.
 
Ποτέ μην κοιτάξεις από ψηλά κάποιον
ακόμα ούτε κι όταν τον βοηθάς
να σηκωθεί από κάτω.
 
Μάθε όμως
αγαπημένη μου
ότι σ’ αυτήν τη ζωή,
όσο πιο γρήγορα πετάς,
τόσο ο αέρας σου σβαρνίζει
με μεγαλύτερη ένταση το πρόσωπο.
 
Όσο πιο ψηλά πετάς,
τόσο πιο μικρή σε βλέπουν
όσοι δεν μπορούν ν’ ακολουθήσουν.
 
Κανείς δεν ξέρει
πόσο ψηλά ή χαμηλά
μπορεί να φτάσει το πέταγμά του,
προτού ανοίξει τα φτερά του.
 
Και το μεγαλύτερο ταξίδι
ξεκινά από ένα μικρό βήμα.
 
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

7-31

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

 



ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΡΑΜΑ;
 
Ε!
Πού πας κορίτσι πράμα
με τέτοιο καιρό,
ανάμεσα απ’ τις σταγόνες της βροχής
νομίζεις ότι μπορείς να περάσεις,
πιστεύοντας πως η ζωή θ’ ανασάνει καλύτερα
γιατί φόρεσες τα καλά σου;
 
Ανέμελη κοιτάς τις παπαρούνες
να ομορφαίνουν το φόρεμά σου.
Πώς να υποψιαστείς το θανατικό
που κρύβουν οι σταυροί στην αγκαλιά τους;
 
Κι όμως,
ολάκερη η φύση που ξέρει,
σου μιλάει,
σε προειδοποιεί,
υπομονή λέει ο ρυθμός της.
Άκουσέ την!
 
Πανούργος ο κλέφτης της καρδιάς σου.
Ενήλικας και γόης
και συ σπουργιτάκι
που κάνεις τοκ τοκ σε σπασμένο καθρέφτη
καθώς καίγονται τα δειλινά στην αγκαλιά του,
οι υάκινθοί του αποπνικτικοί
τυλίγονται γύρω γύρω απ’ την καρδιά σου,
η ελευθερία σου φυλακίζεται στα φτερά του,
στην απουσία του
οι φλογεροί σου ορίζοντες σκάνε
σαν πλοία χωρίς πυξίδα
πάνω στα βράχια.
 
Αγέρωχα πράσινα μάτια
το χιόνι σφοδρό,
στροβιλιστό,
μεθυσμένο,
αντί για ρύζι
θα πέφτει στα χτενισμένα μαλλιά σου,
χορεύοντας σε λίγο
αντί το χορό του Ησαΐα,
το χορό του Ζαλόγγου.
 
Αναπόφευκτα όλα σου μοιάζουν καινούρια
σαν φάροι της θάλασσας που αναβοσβήνουν
προειδοποιώντας για κινδύνους σε παράκτια ταξίδια.
 
Όρθιος αυτός
σαν τον ναύτη στου καραβιού την πλώρη,
και συ
αποδημητικό πουλί πάνω στο κατάρτι.
 
Με την πρώτη ματιά,
σε σκλαβώνει
καλώντας σε με ανέμου φωνή
με νόστου και Κίρκης τραγούδι.
 
Σε τόσους αιώνες
πώς γίνεται πάντα,
την ιστορία να τη γράφει
το ανθρώπινο αίμα,
λες και φτηνότερο είναι
απ’ της σουπιάς το μελάνι;
 
Πώς μπορεί κάθε λίγο,
η γιαγιά να κοιμάται στο τζάκι
με τις φλόγες να καίνε το θαύμα
προτού το παραμύθι να τελειώνει;
 
Ξυπνήστε την!
 
Άφησαν και πάλι τους λύκους αμολητούς
και χωρίς να ουρλιάζουν στα όνειρά σου,
τραγουδώντας,
να πατούν πρώτοι στο Φεγγ – Άρη.

ΜΑΝΩΛΗΣ Α ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 
2-9

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

 



ΣΑΝ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΣΠΑΘΙΑ

Τώρα που η νύχτα έγινε αφόρητη,
γιατί καρφώνει τις σκιές του
πάνω στην άμμο της ακρογιαλιάς,
το αυγουστιάτικο ολόγιομο Φεγγάρι
και τα νυχτοπούλια θρηνούν
γύρω γύρω από μια πυρκαγιά.
Τώρα που αλόγιστα τα κύματα
λαμποκοπούν σαν ασημένια σπαθιά
και των φώτων η μαρμαρυγή
κουρδίζει έωλα σύννεφα.
Τώρα που η απουσία
δυο πράσινων κογχυλιών
φλογισμένος κισσός,
βρόγχος έρωτα μέχρι θανάτου,
τυλίχτηκε στον λαιμό μου.
Τώρα που η αυλή μου γέμισε·
λιόδεντρα, κληματαριές,
μαργαρίτες και γαρύφαλλα,
πολύχρωμες μαρτυρίες σου.
Τώρα γνώρισα,
τι διέρρηξε τη θνητότητα της ύπαρξής μου
στο νου και στην ψυχή μου
εγκαθιστώντας την ασύλληπτη έννοια της αιωνιότητας
και τι αγάπησα πιότερο κι απ’ τη ζωή μου:
Τα φαντάσματα που έβγαιναν
απ’ το πέλαγος της νύκτας
και συ ξανθολυγερή
έτσι τυχαία και απροσδόκητα
κοιμόσουν αμέριμνη στην αμμουδιά.
Τ’ αστέρια του Καλοκαιριού
που ταξίδευαν μες στα μάτια σου
σαν τ’ αποδημητικά πουλιά.
Το ροζ χαρτομάντιλο
που ο άνεμος το πήρε απ’ τα χέρια σου
και το έκανε πεταλούδα.
Το δέος που ένιωσα λαβωμένος
καθώς μου έκλεβες το μυαλό,
μου έκαιγες την καρδιά
και περιδινούσες την ψυχή μου πέρα δώθε,
σαν τα κίτρινα φύλλα του Φθινοπώρου
όταν πέσουν απ’ τα δένδρα στο έδαφος.
ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024


ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΦΩΝΑΖΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ


Τώρα που τ’ αστέρια
δεν είναι μικροσκοπικά χρυσά κι ασημένια φώτα,
ήρθαν πιο κοντά μας,
άφησαν ξέπλεκα τα μαλλιά τους
ν’ ακουμπούν τις κορυφές των βουνών,
έγιναν μεγάλα μάτια
κι οδηγός μου
να σε ξαναβρώ κάποτε,
να σε ξανασυναντήσω.

Τώρα γλυκιά κι αγαπημένη μου
θα σου χαρίσω τριαντάφυλλα
να τα φυτέψεις στο χώμα τους.

Μη μου αρνηθείς
αυτή την παράκληση.

Και μην ξεχάσεις
να χαιρετήσεις το Φεγγάρι,
την ώρα που αναδύεται ή καταδύεται,
την ώρα του αποχωρισμού του από τη θάλασσα,
καθώς τη φιλάει να ξέρεις πως εγώ,
στην αθέατη πλευρά του,
κρύβω τα δάκρυά μου.

Ακόμα κι ο Ήλιος,
καθώς γέρνει πίσω απ’ το βουνό,
αντιγράφει κάθε φορά
τα ματόκλαδά σου όταν έκλεισαν,
φέρνοντας όλο το σκοτάδι της νύχτας,
αστέρι της ζωής μου,
στα μάτια μου.

Η νύχτα που σ’ έκλεψε θρηνεί
με τη θεία φωνή της
για τη χαμένη αγκαλιά σου.

Καθώς σ’ αναζητώ
στη σιγαλιά της μοναξιάς μου
ο άνεμος,
η βροχή
και το χιόνι,
χορεύουν μοιρολογώντας με άφωνη φωνή,
μα τόσο δυνατά,
μα τόσο δυνατά
για το δράμα
και την απέραντη θλίψη μου.

Και η σιωπή,
που ήταν πάντα εύσχημη μαζί σου,
ανταριάζει τη γαλήνη της,
και φωνάζει με λαχτάρα το όνομά σου.

Αχ,
στις φλέβες μου,
έγινε κυρίαρχη πλέον
η παραφορά των κυμάτων της θάλασσας.

Αχ,
της καρδιάς μου το σκοτάδι
έκανε τους κρίνους να κλείνουν
και τη μέρα.

Ένα παράπονο,
ένα γιατί,
σαν τραγικό ύστερο – στερνό γιατί,
μετά από εκείνη τη μαύρη στιγμή
κυριαρχεί στους τέσσερις ορίζοντες.

Οι καμπάνες του θανάτου
χτυπούν στα μηνίγγια μου
σαν ένα ανελέητο παράπονο
για όλα τα σ’ αγαπώ
που δεν ειπώθηκαν εκ μέρους μου.

Για όλα τα σ’ αγαπώ
που όταν μου τα έλεγες εσύ,
με κλειστά δαμασμένα χείλη
αλλά και με κλειστά υγρά ματόκλαδα,
έστελναν όλου του κόσμου:
τις ομορφιές,
τις χαρές,
τις ελπίδες,
τα όνειρα,
να αλωνίζουν πανηγυρικά,
και με το πάθος του Ήλιου να φωτίζουν
και να συνταράσουν ,
την ψυχή μου.

Αχ, στο μυαλό
η αγωνία και ο πόνος φώλιασαν
σαν τον κούκο στο κλουβί του
και η ερημιά κλείδωσε τις πόρτες:
Στα λουλουδοπέταλα
ώστε να μην ευωδιάζουν το άρωμα της αγάπης.
Στα αγριοπούλια να κελαηδούν
διατρανώνοντας το νόημα
και την ουσία της ερωτικής αγκαλιάς.

Τώρα που τ’ αστέρια
δεν είναι μικροσκοπικά χρυσά κι ασημένια φώτα,
ήρθαν πιο κοντά μου
κι έγιναν στα ταξίδια του μυαλού μου
χαμογελαστά μάτια,
ελεύθερα, αληθινά, ελπιδοφόρα,
ηλιοφώτιστα μονοπάτια κι οδηγοί
για να σε ξανασυναντήσω.

Πάνω σ’ ένα φτερωτό άλογο,
θα εξερευνήσω για σένα
όλες τις κρυφές φωλιές της ευτυχίας
των πελάγων του Σύμπαντος.

Θα έρθω να σε βρω ψυχούλα μου,
να σου χαρίσω μοναδικές,
άπειρες,
ευωδιαστές λουλουδοστιγμές
να τις φυτέψω για πάντα πλέον
στον κήπο της αγκαλιάς σου.


ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 
(ΑΝ.10) 3-38





 ΑΙΩΝΙΑ ΔΙΨΑ


Αχ, γυναίκα!

Πόσο μικρός θα ’ταν ο κόσμος χωρίς εσένα;
Πώς να στολίσω με τα χείλη μου
τον διάφανο λαιμό σου;
Πώς με τ’ ακροδάχτυλά μου
να χτενίσω τα φτερά σου;
Πώς με τις κραυγές και τα δάκρυά μου
να σκοτώσω τις ερινύες σου;

Αχ, γυναίκα!
Μεταμορφώθηκες σε Δάφνη
για να γλυτώσεις απ’ τον πόθο μου,
αφού ο φτερωτός Θεός της αγάπης και του έρωτα
με χτύπησε με τα βέλη του
κι άναψε μέσα μου ένα τρομερό πάθος για σένα.
Σαν απαρηγόρητος Απόλλωνας, σε ικετεύω
και μ’ ένα κλαδί σου,
στόλισα το μέτωπο και τη χρυσή λύρα μου.

Αχ, γυναίκα!

Βγήκες απ’ τα έγκατα της Γης σαν ρόδο.
Τα ποτάμια, οι θάλασσες, τα βουνά και οι κάμποι
κατακλύστηκαν από το αίμα και τον ιδρώτα σου.
Σαν κοχύλι έκλεψες την πνοή απ’ τον άνεμο
για ν’ αναστήσεις με επαναστατικά τραγούδια τα παιδιά σου.
Μάρτυρες του όρκου μου τα πέταλα των λουλουδιών
που αντέγραψαν από σε·
την υφή απ’ τα στήθη σου,
τα χρώματα των ματιών σου,
τ’ άρωμα της αναπνοής σου.

Αχ, γυναίκα!

Πόσο μικρός θα ’ταν ο κόσμος χωρίς εσένα;
Άχρωμος κι άχρονος και ψεύτικος.
Η μέρα του, χωρίς Ήλιο.
Η νύχτα του, χωρίς άστρα και Φεγγάρι.
Οι εποχές του, χωρίς Καλοκαίρι.
Η Άνοιξή του, χωρίς άνθη κι αρώματα.
Το Καλοκαίρι του, χωρίς θάλασσα και δρόσους.
Το Φθινόπωρό του, χωρίς καρπούς.
Ο Χειμώνας του, χωρίς χιόνι.

Κι όταν,
ο παγερός άνεμος περνάει αντιλαλώντας τη σιωπή,
μαδώντας τα πέταλά σου:
Ο κόσμος γίνεται φτωχότερος.
Το Φεγγάρι κρύβεται
και καλεί τις κόρες της νύχτας να θαμπώσουν τ’ άστρα.
Το ηλιοβασίλεμα αποστερείται τα χρώματά του.
Ο φάρος καταρρέει και χάνει το φως του.

Κι όταν,
στις μύχιες ώρες του βραδινού
απ’ το τραπέζι λείπει το ποτήρι σου,
αιώνια δίψα η αλήθεια σου,
ασταμάτητη αναδύεται γεμάτη νοσταλγία
χορεύοντας στους ρυθμούς που βγαίνουν
απ’ το ζωηρό τραγούδι του κρασιού.
Στο βάζο μαραίνονται τα λουλούδια.
Ο παράδεισος μετατρέπεται σε κόλαση
και η δόξα του έρωτα και της αγάπης
μετατρέπεται σε πόνο και οδυρμό.

Το μυαλό μου γεμίζει με ποιητικούς στοχασμούς
και σε συλλογίζεται γυμνή,
τυλιγμένη στο μεταξωτό τρυφερό δέρμα σου.

Η μνήμη μου σε ζωγραφίζει
σαν την όαση των ηλιόλουστων ημερών,
σαν τη μαγεία του χαμόγελου των Αλκυονίδων,
στην καρδιά του Χειμώνα.

Η καρδιά μου αλλοπαρμένη,
δυστυχισμένη από το χάος της μοναξιάς,
ριγεί σαν τα στάχυα του κάμπου
στο έλεος του απροσδόκητου ανέμου,
θρηνώντας τον χαμένο θησαυρό της.

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ  
1-10

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

 




ΕΙΣΑΙ ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΜΟΡΦΙΑ

Ήρθες στη ζωή μου ξαφνικά,
σιωπηλά,
ταπεινά,
χωρίς συστάσεις,
σε ξεχώρισα αμέσως
από το φωτεινό χαμόγελό σου.
Ό,τι χρειαζόμουνα
το έβλεπα στα μάτια σου.
Κι έγινες αγωνία,
λαχτάρα,
πάθος,
πόνος,
μα και η πιο τρανή ανίκητη αλήθεια,
να μου χαρίζει άπειρα φιλιά
και μια τεράστια αγκαλιά.
Κι έγινες φλόγα
που επίμονα ζεσταίνει
και φωτίζει
ελπιδοφόρα κι αισιόδοξα,
ακόμα και τα πιο νοτισμένα σκοτάδια
της ψυχής μου.
Έλα κοντά μου,
είσαι ό,τι πιο όμορφο μου συμβαίνει.
Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις.
Έχω τα χέρια μου ανοιχτά,
διάπλατα και σε περιμένουν.
Έγινες τραγούδι,
ήχος ψιθυριστός,
χρώμα,
φιγούρα,
νοερή εικόνα που ζωντανεύει,
τις νεκρές πολιτείες,
τα καμένα δένδρα,
τους σκοτεινούς δρόμους.
Καταργείς τη λογική
και τους φυσικούς νόμους,
ολοκληρώνεις τους ορίζοντες,
πολλαπλασιάζεις τα όνειρα,
μου βγάζεις συναισθήματα
που με κάνουν να χαμογελώ
και συνάμα να βουρκώνω.
Είσαι όπου υπάρχει ομορφιά:
στη Γη,
στη θάλασσα,
στον ουρανό,
στο φως
αλλά και στο σκοτάδι.
Σε βρίσκω
όπου έχω ανάγκη να σε βρω
και μου ζεσταίνεις την καρδιά,
πέφτοντας σαν τσεκούρι
και σπάζοντας τα παγωμένα βράδια
της θλίψης της μοναξιάς.
Κοίτα τ’ αστέρια του ουρανού
καθώς αθόρυβα σταλάζουν με δάκρυα
τα χρυσασημοκέντητα φτερά τους
και κατεβαίνουν χαμηλά
για να χαϊδέψουν τα μαλλιά σου,
και να σου πουν πόσο σε νοιάζομαι
ψιθυριστά ή κραυγαλέα,
και να φωτίσουν τη φωλιά
του έρωτα και της αγάπης,
ανέγγιχτη απ’ τους κακούς,
που έχτισα για σένα
στην πίσω πλευρά του Φεγγαριού.
Σ’ αγαπώ,
και σ’ αγαπώ περισσότερο
όταν μου λείπεις.
Με συντροφεύει η μορφή σου
που πλανιέται στη σκέψη μου
αλλά και στα όνειρά μου,
χαρίζοντάς μου τη γεύση της χαράς
απ’ τη θύμηση των χειλιών σου.
Και φοβάμαι μην ξεχάσεις
να με χαιρετήσεις,
ιδιαίτερα όταν νομίζω
ότι περνάς έξω απ’ το παράθυρό μου.
Και φοβάμαι μην αλλάξεις
το αθόρυβο μακρόσυρτο περπάτημά σου
και μου δείξεις ότι δε θέλεις
να ξανασυναντηθούμε,
έστω και νοερά
και ότι δεν είμαι εγώ
αυτός που ψάχνεις.
Σ’ αγαπώ…
ακόμα κι αν δε μ’ αγαπάς
γιατί είσαι πάντα εκεί,
όπου υπάρχει ομορφιά
ακόμα κι όταν είναι θλιμμένη.

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
7-13 (Δ:11-7-24)