Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

 



ΣΑΝ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΣΠΑΘΙΑ

Τώρα που η νύχτα έγινε αφόρητη,
γιατί καρφώνει τις σκιές του
πάνω στην άμμο της ακρογιαλιάς,
το αυγουστιάτικο ολόγιομο Φεγγάρι
και τα νυχτοπούλια θρηνούν
γύρω γύρω από μια πυρκαγιά.
Τώρα που αλόγιστα τα κύματα
λαμποκοπούν σαν ασημένια σπαθιά
και των φώτων η μαρμαρυγή
κουρδίζει έωλα σύννεφα.
Τώρα που η απουσία
δυο πράσινων κογχυλιών
φλογισμένος κισσός,
βρόγχος έρωτα μέχρι θανάτου,
τυλίχτηκε στον λαιμό μου.
Τώρα που η αυλή μου γέμισε·
λιόδεντρα, κληματαριές,
μαργαρίτες και γαρύφαλλα,
πολύχρωμες μαρτυρίες σου.
Τώρα γνώρισα,
τι διέρρηξε τη θνητότητα της ύπαρξής μου
στο νου και στην ψυχή μου
εγκαθιστώντας την ασύλληπτη έννοια της αιωνιότητας
και τι αγάπησα πιότερο κι απ’ τη ζωή μου:
Τα φαντάσματα που έβγαιναν
απ’ το πέλαγος της νύκτας
και συ ξανθολυγερή
έτσι τυχαία και απροσδόκητα
κοιμόσουν αμέριμνη στην αμμουδιά.
Τ’ αστέρια του Καλοκαιριού
που ταξίδευαν μες στα μάτια σου
σαν τ’ αποδημητικά πουλιά.
Το ροζ χαρτομάντιλο
που ο άνεμος το πήρε απ’ τα χέρια σου
και το έκανε πεταλούδα.
Το δέος που ένιωσα λαβωμένος
καθώς μου έκλεβες το μυαλό,
μου έκαιγες την καρδιά
και περιδινούσες την ψυχή μου πέρα δώθε,
σαν τα κίτρινα φύλλα του Φθινοπώρου
όταν πέσουν απ’ τα δένδρα στο έδαφος.
ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024


ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΦΩΝΑΖΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ


Τώρα που τ’ αστέρια
δεν είναι μικροσκοπικά χρυσά κι ασημένια φώτα,
ήρθαν πιο κοντά μας,
άφησαν ξέπλεκα τα μαλλιά τους
ν’ ακουμπούν τις κορυφές των βουνών,
έγιναν μεγάλα μάτια
κι οδηγός μου
να σε ξαναβρώ κάποτε,
να σε ξανασυναντήσω.

Τώρα γλυκιά κι αγαπημένη μου
θα σου χαρίσω τριαντάφυλλα
να τα φυτέψεις στο χώμα τους.

Μη μου αρνηθείς
αυτή την παράκληση.

Και μην ξεχάσεις
να χαιρετήσεις το Φεγγάρι,
την ώρα που αναδύεται ή καταδύεται,
την ώρα του αποχωρισμού του από τη θάλασσα,
καθώς τη φιλάει να ξέρεις πως εγώ,
στην αθέατη πλευρά του,
κρύβω τα δάκρυά μου.

Ακόμα κι ο Ήλιος,
καθώς γέρνει πίσω απ’ το βουνό,
αντιγράφει κάθε φορά
τα ματόκλαδά σου όταν έκλεισαν,
φέρνοντας όλο το σκοτάδι της νύχτας,
αστέρι της ζωής μου,
στα μάτια μου.

Η νύχτα που σ’ έκλεψε θρηνεί
με τη θεία φωνή της
για τη χαμένη αγκαλιά σου.

Καθώς σ’ αναζητώ
στη σιγαλιά της μοναξιάς μου
ο άνεμος,
η βροχή
και το χιόνι,
χορεύουν μοιρολογώντας με άφωνη φωνή,
μα τόσο δυνατά,
μα τόσο δυνατά
για το δράμα
και την απέραντη θλίψη μου.

Και η σιωπή,
που ήταν πάντα εύσχημη μαζί σου,
ανταριάζει τη γαλήνη της,
και φωνάζει με λαχτάρα το όνομά σου.

Αχ,
στις φλέβες μου,
έγινε κυρίαρχη πλέον
η παραφορά των κυμάτων της θάλασσας.

Αχ,
της καρδιάς μου το σκοτάδι
έκανε τους κρίνους να κλείνουν
και τη μέρα.

Ένα παράπονο,
ένα γιατί,
σαν τραγικό ύστερο – στερνό γιατί,
μετά από εκείνη τη μαύρη στιγμή
κυριαρχεί στους τέσσερις ορίζοντες.

Οι καμπάνες του θανάτου
χτυπούν στα μηνίγγια μου
σαν ένα ανελέητο παράπονο
για όλα τα σ’ αγαπώ
που δεν ειπώθηκαν εκ μέρους μου.

Για όλα τα σ’ αγαπώ
που όταν μου τα έλεγες εσύ,
με κλειστά δαμασμένα χείλη
αλλά και με κλειστά υγρά ματόκλαδα,
έστελναν όλου του κόσμου:
τις ομορφιές,
τις χαρές,
τις ελπίδες,
τα όνειρα,
να αλωνίζουν πανηγυρικά,
και με το πάθος του Ήλιου να φωτίζουν
και να συνταράσουν ,
την ψυχή μου.

Αχ, στο μυαλό
η αγωνία και ο πόνος φώλιασαν
σαν τον κούκο στο κλουβί του
και η ερημιά κλείδωσε τις πόρτες:
Στα λουλουδοπέταλα
ώστε να μην ευωδιάζουν το άρωμα της αγάπης.
Στα αγριοπούλια να κελαηδούν
διατρανώνοντας το νόημα
και την ουσία της ερωτικής αγκαλιάς.

Τώρα που τ’ αστέρια
δεν είναι μικροσκοπικά χρυσά κι ασημένια φώτα,
ήρθαν πιο κοντά μου
κι έγιναν στα ταξίδια του μυαλού μου
χαμογελαστά μάτια,
ελεύθερα, αληθινά, ελπιδοφόρα,
ηλιοφώτιστα μονοπάτια κι οδηγοί
για να σε ξανασυναντήσω.

Πάνω σ’ ένα φτερωτό άλογο,
θα εξερευνήσω για σένα
όλες τις κρυφές φωλιές της ευτυχίας
των πελάγων του Σύμπαντος.

Θα έρθω να σε βρω ψυχούλα μου,
να σου χαρίσω μοναδικές,
άπειρες,
ευωδιαστές λουλουδοστιγμές
να τις φυτέψω για πάντα πλέον
στον κήπο της αγκαλιάς σου.


ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 
(ΑΝ.10) 3-38





 ΑΙΩΝΙΑ ΔΙΨΑ


Αχ, γυναίκα!

Πόσο μικρός θα ’ταν ο κόσμος χωρίς εσένα;
Πώς να στολίσω με τα χείλη μου
τον διάφανο λαιμό σου;
Πώς με τ’ ακροδάχτυλά μου
να χτενίσω τα φτερά σου;
Πώς με τις κραυγές και τα δάκρυά μου
να σκοτώσω τις ερινύες σου;

Αχ, γυναίκα!
Μεταμορφώθηκες σε Δάφνη
για να γλυτώσεις απ’ τον πόθο μου,
αφού ο φτερωτός Θεός της αγάπης και του έρωτα
με χτύπησε με τα βέλη του
κι άναψε μέσα μου ένα τρομερό πάθος για σένα.
Σαν απαρηγόρητος Απόλλωνας, σε ικετεύω
και μ’ ένα κλαδί σου,
στόλισα το μέτωπο και τη χρυσή λύρα μου.

Αχ, γυναίκα!

Βγήκες απ’ τα έγκατα της Γης σαν ρόδο.
Τα ποτάμια, οι θάλασσες, τα βουνά και οι κάμποι
κατακλύστηκαν από το αίμα και τον ιδρώτα σου.
Σαν κοχύλι έκλεψες την πνοή απ’ τον άνεμο
για ν’ αναστήσεις με επαναστατικά τραγούδια τα παιδιά σου.
Μάρτυρες του όρκου μου τα πέταλα των λουλουδιών
που αντέγραψαν από σε·
την υφή απ’ τα στήθη σου,
τα χρώματα των ματιών σου,
τ’ άρωμα της αναπνοής σου.

Αχ, γυναίκα!

Πόσο μικρός θα ’ταν ο κόσμος χωρίς εσένα;
Άχρωμος κι άχρονος και ψεύτικος.
Η μέρα του, χωρίς Ήλιο.
Η νύχτα του, χωρίς άστρα και Φεγγάρι.
Οι εποχές του, χωρίς Καλοκαίρι.
Η Άνοιξή του, χωρίς άνθη κι αρώματα.
Το Καλοκαίρι του, χωρίς θάλασσα και δρόσους.
Το Φθινόπωρό του, χωρίς καρπούς.
Ο Χειμώνας του, χωρίς χιόνι.

Κι όταν,
ο παγερός άνεμος περνάει αντιλαλώντας τη σιωπή,
μαδώντας τα πέταλά σου:
Ο κόσμος γίνεται φτωχότερος.
Το Φεγγάρι κρύβεται
και καλεί τις κόρες της νύχτας να θαμπώσουν τ’ άστρα.
Το ηλιοβασίλεμα αποστερείται τα χρώματά του.
Ο φάρος καταρρέει και χάνει το φως του.

Κι όταν,
στις μύχιες ώρες του βραδινού
απ’ το τραπέζι λείπει το ποτήρι σου,
αιώνια δίψα η αλήθεια σου,
ασταμάτητη αναδύεται γεμάτη νοσταλγία
χορεύοντας στους ρυθμούς που βγαίνουν
απ’ το ζωηρό τραγούδι του κρασιού.
Στο βάζο μαραίνονται τα λουλούδια.
Ο παράδεισος μετατρέπεται σε κόλαση
και η δόξα του έρωτα και της αγάπης
μετατρέπεται σε πόνο και οδυρμό.

Το μυαλό μου γεμίζει με ποιητικούς στοχασμούς
και σε συλλογίζεται γυμνή,
τυλιγμένη στο μεταξωτό τρυφερό δέρμα σου.

Η μνήμη μου σε ζωγραφίζει
σαν την όαση των ηλιόλουστων ημερών,
σαν τη μαγεία του χαμόγελου των Αλκυονίδων,
στην καρδιά του Χειμώνα.

Η καρδιά μου αλλοπαρμένη,
δυστυχισμένη από το χάος της μοναξιάς,
ριγεί σαν τα στάχυα του κάμπου
στο έλεος του απροσδόκητου ανέμου,
θρηνώντας τον χαμένο θησαυρό της.

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ  
1-10

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

 




ΕΙΣΑΙ ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΜΟΡΦΙΑ

Ήρθες στη ζωή μου ξαφνικά,
σιωπηλά,
ταπεινά,
χωρίς συστάσεις,
σε ξεχώρισα αμέσως
από το φωτεινό χαμόγελό σου.
Ό,τι χρειαζόμουνα
το έβλεπα στα μάτια σου.
Κι έγινες αγωνία,
λαχτάρα,
πάθος,
πόνος,
μα και η πιο τρανή ανίκητη αλήθεια,
να μου χαρίζει άπειρα φιλιά
και μια τεράστια αγκαλιά.
Κι έγινες φλόγα
που επίμονα ζεσταίνει
και φωτίζει
ελπιδοφόρα κι αισιόδοξα,
ακόμα και τα πιο νοτισμένα σκοτάδια
της ψυχής μου.
Έλα κοντά μου,
είσαι ό,τι πιο όμορφο μου συμβαίνει.
Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις.
Έχω τα χέρια μου ανοιχτά,
διάπλατα και σε περιμένουν.
Έγινες τραγούδι,
ήχος ψιθυριστός,
χρώμα,
φιγούρα,
νοερή εικόνα που ζωντανεύει,
τις νεκρές πολιτείες,
τα καμένα δένδρα,
τους σκοτεινούς δρόμους.
Καταργείς τη λογική
και τους φυσικούς νόμους,
ολοκληρώνεις τους ορίζοντες,
πολλαπλασιάζεις τα όνειρα,
μου βγάζεις συναισθήματα
που με κάνουν να χαμογελώ
και συνάμα να βουρκώνω.
Είσαι όπου υπάρχει ομορφιά:
στη Γη,
στη θάλασσα,
στον ουρανό,
στο φως
αλλά και στο σκοτάδι.
Σε βρίσκω
όπου έχω ανάγκη να σε βρω
και μου ζεσταίνεις την καρδιά,
πέφτοντας σαν τσεκούρι
και σπάζοντας τα παγωμένα βράδια
της θλίψης της μοναξιάς.
Κοίτα τ’ αστέρια του ουρανού
καθώς αθόρυβα σταλάζουν με δάκρυα
τα χρυσασημοκέντητα φτερά τους
και κατεβαίνουν χαμηλά
για να χαϊδέψουν τα μαλλιά σου,
και να σου πουν πόσο σε νοιάζομαι
ψιθυριστά ή κραυγαλέα,
και να φωτίσουν τη φωλιά
του έρωτα και της αγάπης,
ανέγγιχτη απ’ τους κακούς,
που έχτισα για σένα
στην πίσω πλευρά του Φεγγαριού.
Σ’ αγαπώ,
και σ’ αγαπώ περισσότερο
όταν μου λείπεις.
Με συντροφεύει η μορφή σου
που πλανιέται στη σκέψη μου
αλλά και στα όνειρά μου,
χαρίζοντάς μου τη γεύση της χαράς
απ’ τη θύμηση των χειλιών σου.
Και φοβάμαι μην ξεχάσεις
να με χαιρετήσεις,
ιδιαίτερα όταν νομίζω
ότι περνάς έξω απ’ το παράθυρό μου.
Και φοβάμαι μην αλλάξεις
το αθόρυβο μακρόσυρτο περπάτημά σου
και μου δείξεις ότι δε θέλεις
να ξανασυναντηθούμε,
έστω και νοερά
και ότι δεν είμαι εγώ
αυτός που ψάχνεις.
Σ’ αγαπώ…
ακόμα κι αν δε μ’ αγαπάς
γιατί είσαι πάντα εκεί,
όπου υπάρχει ομορφιά
ακόμα κι όταν είναι θλιμμένη.

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
7-13 (Δ:11-7-24)

  


ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ

 

Αχ, να μπορούσα,

των ματιών μου να σου χάριζα τις χάντρες,

κορυδαλλού φτερό και λεμονανθέ,

ώστε να δεις αυτό που είδα,

καθώς ταξίδεψα την ώρα του αποχωρισμού,

μέσ’ απ’ τα δικά σου μάτια.

 

Ο αέρας φυσούσε δυνατά,

τα δένδρα φυλλορροούσαν

πάνω στο πρόσωπό σου.

 

Η βροχή έβγαζε μέσ’ απ’ τα σπλάχνα της,

μουγκρητά πόνου και θλίψης,

ράπισμα στις ωραίες στιγμές,

πληγώνοντας μανιασμένα τα φιλιά της ακρογιαλιάς.

 

Το κλάμα των νυχτολούλουδων

έπαιζε με την αναπνοή του αέρα

κι ο χωρόχρονος με τ’ ατέλειωτα μάτια της νύχτας

μας εγκαλούσε στο χθες.

 

Ω, κόκκινη θλίψη,

αιμάτινη δαχτυλιά,

πρησμένα μάτια,

δαγκωμένα χείλη,

του αλόγου καλπασμέ σε σπασμένο καθρέπτη,

εσύ το ανέγνωρο φως

ωραιότατη,  ασάλευτη, κοιμωμένη

κι εγώ η σβησμένη φωτιά.

 

Οι αργυρές κλωστές που κρέμονταν

απ’ το χλωμό πρόσωπο του Φεγγαριού,

κάτω απ’ των αστεριών τον ερωτευμένο χορό

και το σπαρτάρισμα,

περιγράφανε την ομορφιά σου.

 

Το θάμπος που έβγαζε

το τρεχούμενο νερό του ποταμού,

πότιζε με φαρμάκι τα διψασμένα χείλη

που μέχρι τότε δρόσιζαν με στοίχους αέρινους,

τις φλόγες της αγάπη μας.

 

Εσύ Αιγόκερως κι εγώ Υδροχόος,

παίξαμε με τα πλεγμένα σώματά μας,

τραγουδήσαμε μ’ όλη μας τη δύναμη

και την ορμή του πόθου

μέχρι που την αρμονία του σκοταδιού

χάλασε η έκρηξη και ο κρότος

απ’ το εκκρεμές του χωρόχρονου.

 

Θρήνησε έναστρε ουρανέ,

Σείριε και Ωρίωνα δακρύστε,

ραγίστε πέτρες,

κορμοί των δένδρων λυγίστε,

ζώα του δάσους ριγήστε,

ρόδα μαδήστε 

και νούφαρα βουλιάξτε.

 

Ω, κόκκινη θλίψη,

αιμάτινη δαχτυλιά,

πρησμένα μάτια,

δαγκωμένα χείλη,

του αλόγου καλπασμέ σε σπασμένο καθρέπτη,

εσύ το ανέγνωρο φως

ωραιότατη,  ασάλευτη, κοιμωμένη

κι εγώ η σβησμένη φωτιά.

 

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 
 3-31 (Δ:22-11-24)