Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024


6-5: ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Έβρεχε,
κι είχαν οι σταγόνες της βροχής
το βάθος της απόγνωσης,
τον πόνο της σιωπής,
το χρώμα της κατάθλιψης,
τη συντριβή του ανεκπλήρωτου.

Χιόνιζε,
κι είχα μες την παγωνιά
και το βοριά,
τα μάτια μου κλειστά,
και συ ξεφύτρωσες,
σαν μυγδαλιά ολάνθιστη
με χίλια ανοιχτά,
πετρολουλουδοπέταλα.

«Δεν την αντέχω πια
την κόλαση της λογικής»,
σου είπα
και δραπέτευσα,
χορεύοντας σαν τις φλόγες
ανάμεσα κι απέναντι:
απ’ τις σταγόνες της βροχής,
απ’ τις νιφάδες του χιονιού
και τις ριπές τ’ ανέμου.

Και είχα τ’ αφτιά μου σφραγισμένα,
όταν μες τη σιγαλιά της μοναξιάς,
την ώρα που η καρδιά
σ’ αναζητούσε απεγνωσμένα,
σ' αγαπούσα αληθινά
η τρυφερή φωνή σου,
πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου,
μου είπε παθιασμένα:
«Σε περιμένω,
γεννημένη απ’ τη μνήμη των στιγμών,
των ωρών
και των αιώνων.
Σε περιμένω
και είμαι δω:
με μάτια αστραφτερά,
χείλη ανοιχτά φιλήδονα,
σώμα μ’ ερωτικό καημό,
καρδιά που αναζητάει τη χαρά
σε ηλιοβασίλεμα φλόγιστρο,
ψυχή που ψάχνει λύτρωση
στους απάνεμους αιθέρες της αγάπης».

Τότε ο νους μου
δρασκέλισε σαν σίφουνας,
κι έδιωξε μακριά το θάμπος της ομίχλης
και όλες τις σκιές
και με τα χέρια ακούνητα,
σ’ αγκάλιασα σφικτά
και με το στόμα μου κλειστό
τράνταξα τα συθέμελα της γης
και του ουρανού
και σου είπα:
«Σ’ αγαπώ πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου
και θα το φωνάζω όσο ζω».

Και η βροχή αγρίεψε,
θέριεψε ο άνεμος,
το φως αγκύλωνε το δέρμα,
κοίταξα τον ορίζοντα τρεκλίζοντας,
κορμός δίχως κλαδιά και ρίζες.

Κι έγραφε ο ουρανός:
«Άκου και μη μιλάς.
Αυτό που ζεις εδώ,
δεν είναι παρά ένα τίποτα,
δεν είναι ο τελικός προορισμός.
Η ζωή είναι αλλού».

Παρόλα αυτά
γέμισαν τον ορίζοντα:
Τραγούδια και κλάματα χαράς
που έμοιαζαν με πιρουέτες ομορφιάς.
Μύρα αθανασίας ανάσαναν και βάφανε
κυματιστές σημαίες,
θριαμβικές αστραφτερές πλεξούδες νίκης.
Ανείπωτες ηδονικές χαρές και προσμονές.
Καμπάνες,
ψυχικά ξυπνήματα,
αντίδωρα ζωής.
Διυλισμένα κι απαλά
μαρτυρικά του έρωτα θυμιάματα.
Αθώες κι αληθινές πόνου κραυγές
και σκουπισμένα δάκρυα σ’ ευάλωτες στιγμές.

Και σου είπα:
«Σ’ αγαπώ πρελούδιο,
λούλουδο,
κελάηδημα
και ποίημα
και τραγούδι μου
και τριανταφυλλένια μου
και θα το φωνάζω όσο ζω».

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου