Ε!
Πού πας κορίτσι πράμα
με τέτοιο καιρό,
ανάμεσα απ’ τις σταγόνες της βροχής
νομίζεις ότι μπορείς να περάσεις,
πιστεύοντας πως η ζωή θ’ ανασάνει καλύτερα
γιατί φόρεσες τα καλά σου;
Ανέμελη κοιτάς τις παπαρούνες
να ομορφαίνουν το φόρεμά σου.
Πώς να υποψιαστείς το θανατικό
που κρύβουν οι σταυροί στην αγκαλιά τους;
Κι όμως,
ολάκερη η φύση που ξέρει,
σου μιλάει,
σε προειδοποιεί,
υπομονή λέει ο ρυθμός της.
Άκουσέ την!
Πανούργος ο κλέφτης της καρδιάς σου.
Ενήλικας και γόης
και συ σπουργιτάκι
που κάνεις τοκ τοκ σε σπασμένο καθρέφτη
καθώς καίγονται τα δειλινά στην αγκαλιά του,
οι υάκινθοί του αποπνικτικοί
τυλίγονται γύρω γύρω απ’ την καρδιά σου,
η ελευθερία σου φυλακίζεται στα φτερά του,
στην απουσία του
οι φλογεροί σου ορίζοντες σκάνε
σαν πλοία χωρίς πυξίδα
πάνω στα βράχια.
Αγέρωχα πράσινα μάτια
το χιόνι σφοδρό,
στροβιλιστό,
μεθυσμένο,
αντί για ρύζι
θα πέφτει στα χτενισμένα μαλλιά σου,
χορεύοντας σε λίγο
αντί το χορό του Ησαΐα,
το χορό του Ζαλόγγου.
Αναπόφευκτα όλα σου μοιάζουν καινούρια
σαν φάροι της θάλασσας που αναβοσβήνουν
προειδοποιώντας για κινδύνους σε παράκτια ταξίδια.
Όρθιος αυτός
σαν τον ναύτη στου καραβιού την πλώρη,
και συ
αποδημητικό πουλί πάνω στο κατάρτι.
Με την πρώτη ματιά,
σε σκλαβώνει
καλώντας σε με ανέμου φωνή
με νόστου και Κίρκης τραγούδι.
Σε τόσους αιώνες
πώς γίνεται πάντα,
την ιστορία να τη γράφει
το ανθρώπινο αίμα,
λες και φτηνότερο είναι
απ’ της σουπιάς το μελάνι;
Πώς μπορεί κάθε λίγο,
η γιαγιά να κοιμάται στο τζάκι
με τις φλόγες να καίνε το θαύμα
προτού το παραμύθι να τελειώνει;
Ξυπνήστε την!
Άφησαν και πάλι τους λύκους αμολητούς
και χωρίς να ουρλιάζουν στα όνειρά σου,
τραγουδώντας,
να πατούν πρώτοι στο Φεγγ – Άρη.
ΜΑΝΩΛΗΣ Α ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
2-9
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου