Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024


ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΦΩΝΑΖΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ


Τώρα που τ’ αστέρια
δεν είναι μικροσκοπικά χρυσά κι ασημένια φώτα,
ήρθαν πιο κοντά μας,
άφησαν ξέπλεκα τα μαλλιά τους
ν’ ακουμπούν τις κορυφές των βουνών,
έγιναν μεγάλα μάτια
κι οδηγός μου
να σε ξαναβρώ κάποτε,
να σε ξανασυναντήσω.

Τώρα γλυκιά κι αγαπημένη μου
θα σου χαρίσω τριαντάφυλλα
να τα φυτέψεις στο χώμα τους.

Μη μου αρνηθείς
αυτή την παράκληση.

Και μην ξεχάσεις
να χαιρετήσεις το Φεγγάρι,
την ώρα που αναδύεται ή καταδύεται,
την ώρα του αποχωρισμού του από τη θάλασσα,
καθώς τη φιλάει να ξέρεις πως εγώ,
στην αθέατη πλευρά του,
κρύβω τα δάκρυά μου.

Ακόμα κι ο Ήλιος,
καθώς γέρνει πίσω απ’ το βουνό,
αντιγράφει κάθε φορά
τα ματόκλαδά σου όταν έκλεισαν,
φέρνοντας όλο το σκοτάδι της νύχτας,
αστέρι της ζωής μου,
στα μάτια μου.

Η νύχτα που σ’ έκλεψε θρηνεί
με τη θεία φωνή της
για τη χαμένη αγκαλιά σου.

Καθώς σ’ αναζητώ
στη σιγαλιά της μοναξιάς μου
ο άνεμος,
η βροχή
και το χιόνι,
χορεύουν μοιρολογώντας με άφωνη φωνή,
μα τόσο δυνατά,
μα τόσο δυνατά
για το δράμα
και την απέραντη θλίψη μου.

Και η σιωπή,
που ήταν πάντα εύσχημη μαζί σου,
ανταριάζει τη γαλήνη της,
και φωνάζει με λαχτάρα το όνομά σου.

Αχ,
στις φλέβες μου,
έγινε κυρίαρχη πλέον
η παραφορά των κυμάτων της θάλασσας.

Αχ,
της καρδιάς μου το σκοτάδι
έκανε τους κρίνους να κλείνουν
και τη μέρα.

Ένα παράπονο,
ένα γιατί,
σαν τραγικό ύστερο – στερνό γιατί,
μετά από εκείνη τη μαύρη στιγμή
κυριαρχεί στους τέσσερις ορίζοντες.

Οι καμπάνες του θανάτου
χτυπούν στα μηνίγγια μου
σαν ένα ανελέητο παράπονο
για όλα τα σ’ αγαπώ
που δεν ειπώθηκαν εκ μέρους μου.

Για όλα τα σ’ αγαπώ
που όταν μου τα έλεγες εσύ,
με κλειστά δαμασμένα χείλη
αλλά και με κλειστά υγρά ματόκλαδα,
έστελναν όλου του κόσμου:
τις ομορφιές,
τις χαρές,
τις ελπίδες,
τα όνειρα,
να αλωνίζουν πανηγυρικά,
και με το πάθος του Ήλιου να φωτίζουν
και να συνταράσουν ,
την ψυχή μου.

Αχ, στο μυαλό
η αγωνία και ο πόνος φώλιασαν
σαν τον κούκο στο κλουβί του
και η ερημιά κλείδωσε τις πόρτες:
Στα λουλουδοπέταλα
ώστε να μην ευωδιάζουν το άρωμα της αγάπης.
Στα αγριοπούλια να κελαηδούν
διατρανώνοντας το νόημα
και την ουσία της ερωτικής αγκαλιάς.

Τώρα που τ’ αστέρια
δεν είναι μικροσκοπικά χρυσά κι ασημένια φώτα,
ήρθαν πιο κοντά μου
κι έγιναν στα ταξίδια του μυαλού μου
χαμογελαστά μάτια,
ελεύθερα, αληθινά, ελπιδοφόρα,
ηλιοφώτιστα μονοπάτια κι οδηγοί
για να σε ξανασυναντήσω.

Πάνω σ’ ένα φτερωτό άλογο,
θα εξερευνήσω για σένα
όλες τις κρυφές φωλιές της ευτυχίας
των πελάγων του Σύμπαντος.

Θα έρθω να σε βρω ψυχούλα μου,
να σου χαρίσω μοναδικές,
άπειρες,
ευωδιαστές λουλουδοστιγμές
να τις φυτέψω για πάντα πλέον
στον κήπο της αγκαλιάς σου.


ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 
(ΑΝ.10) 3-38

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου