ΑΙΩΝΙΑ ΔΙΨΑ
Αχ, γυναίκα!
Πόσο μικρός θα ’ταν ο κόσμος χωρίς εσένα;
Πώς να στολίσω με τα χείλη μου
τον διάφανο λαιμό σου;
Πώς με τ’ ακροδάχτυλά μου
να χτενίσω τα φτερά σου;
Πώς με τις κραυγές και τα δάκρυά μου
να σκοτώσω τις ερινύες σου;
Αχ, γυναίκα!
Μεταμορφώθηκες σε Δάφνη
για να γλυτώσεις απ’ τον πόθο μου,
αφού ο φτερωτός Θεός της αγάπης και του έρωτα
με χτύπησε με τα βέλη του
κι άναψε μέσα μου ένα τρομερό πάθος για σένα.
Σαν απαρηγόρητος Απόλλωνας, σε ικετεύω
και μ’ ένα κλαδί σου,
στόλισα το μέτωπο και τη χρυσή λύρα μου.
Αχ, γυναίκα!
Βγήκες απ’ τα έγκατα της Γης σαν ρόδο.
Τα ποτάμια, οι θάλασσες, τα βουνά και οι κάμποι
κατακλύστηκαν από το αίμα και τον ιδρώτα σου.
Σαν κοχύλι έκλεψες την πνοή απ’ τον άνεμο
για ν’ αναστήσεις με επαναστατικά τραγούδια τα παιδιά σου.
Μάρτυρες του όρκου μου τα πέταλα των λουλουδιών
που αντέγραψαν από σε·
την υφή απ’ τα στήθη σου,
τα χρώματα των ματιών σου,
τ’ άρωμα της αναπνοής σου.
Αχ, γυναίκα!
Πόσο μικρός θα ’ταν ο κόσμος χωρίς εσένα;
Άχρωμος κι άχρονος και ψεύτικος.
Η μέρα του, χωρίς Ήλιο.
Η νύχτα του, χωρίς άστρα και Φεγγάρι.
Οι εποχές του, χωρίς Καλοκαίρι.
Η Άνοιξή του, χωρίς άνθη κι αρώματα.
Το Καλοκαίρι του, χωρίς θάλασσα και δρόσους.
Το Φθινόπωρό του, χωρίς καρπούς.
Ο Χειμώνας του, χωρίς χιόνι.
Κι όταν,
ο παγερός άνεμος περνάει αντιλαλώντας τη σιωπή,
μαδώντας τα πέταλά σου:
Ο κόσμος γίνεται φτωχότερος.
Το Φεγγάρι κρύβεται
και καλεί τις κόρες της νύχτας να θαμπώσουν τ’ άστρα.
Το ηλιοβασίλεμα αποστερείται τα χρώματά του.
Ο φάρος καταρρέει και χάνει το φως του.
Κι όταν,
στις μύχιες ώρες του βραδινού
απ’ το τραπέζι λείπει το ποτήρι σου,
αιώνια δίψα η αλήθεια σου,
ασταμάτητη αναδύεται γεμάτη νοσταλγία
χορεύοντας στους ρυθμούς που βγαίνουν
απ’ το ζωηρό τραγούδι του κρασιού.
Στο βάζο μαραίνονται τα λουλούδια.
Ο παράδεισος μετατρέπεται σε κόλαση
και η δόξα του έρωτα και της αγάπης
μετατρέπεται σε πόνο και οδυρμό.
Το μυαλό μου γεμίζει με ποιητικούς στοχασμούς
και σε συλλογίζεται γυμνή,
τυλιγμένη στο μεταξωτό τρυφερό δέρμα σου.
Η μνήμη μου σε ζωγραφίζει
σαν την όαση των ηλιόλουστων ημερών,
σαν τη μαγεία του χαμόγελου των Αλκυονίδων,
στην καρδιά του Χειμώνα.
Η καρδιά μου αλλοπαρμένη,
δυστυχισμένη από το χάος της μοναξιάς,
ριγεί σαν τα στάχυα του κάμπου
στο έλεος του απροσδόκητου ανέμου,
θρηνώντας τον χαμένο θησαυρό της.
ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
1-10
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου