Έτσι κι αλλιώς ήσουν πλασμένη
κάτω απ’ τους νυχτερινούς αστερισμούς,
απ’ το υλικό που φτιάχνονται τα όνειρα.
Μες στο καράβι που με πήγαινε μακριά,
η θύμησή μου ξαναγύριζε σε σένα,
κόρη της θάλασσας,
των λουλουδιών και του βορρά.
Μα ο ταξιδιώτης μου αυτός,
γύριζε πίσω προδομένος,
μοναχός,
γιατί η φλόγα κάθε ελπίδας επιστροφής είχε σβήσει
κι απ’ τα κύματα της πλώρης
μια φωνή,
έλεγε «αντίο»
και ήταν η δική σου.
Όμως, αγαπημένη μου,
θα έπρεπε να ξέρεις,
πολλές καρδιές ραγίσανε,
γιατί κάποια λόγια
μεταξύ τους δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Σκέψου,
πόσο υπέροχο θα ήταν·
όταν με σκεπτόσουν να το έλεγες,
όταν σου έλειπα να το φώναζες
κι όταν με νοιαζόσουν να το ένιωθα;
Κι αντίστροφα,
κόρη της θάλασσας, των λουλουδιών και του βορρά,
ποτέ δε σου ’χα πει λόγια,
που ίσως άλλαζαν το μέλλον της αγάπης μας.
Ήθελα να είμαι
ο ήρωας των ονείρων σου,
ο Σούπερμαν που θα έσωζε τον κόσμο σου
όταν αυτός θα απειλείτο.
Κι ακόμα,
ήθελα να ξέρεις,
πως ό,τι έγινα, έγινα για σένα.
Κι αν έγινα ένας ποιητής,
να συλλέξω ήθελα·
τη γλυκάδα και το άρωμα της γύρης
απ’ τα πέταλα των λουλουδιών
και να τα εναποθέσω στα χείλη σου,
να κλέψω ήθελα
την ομορφιά των χρωμάτων
του πρωινού και του ηλιοβασιλέματος
απ’ τα ταξίδια του κόσμου,
και την ουράνια χάρη
της χρυσασημένιας ακτινοβολίας
των άστρων της νύχτας
και να περιλούσω προστατευτικά την ψυχή σου.
Μεταμορφώθηκα
σ’ ονειροπόλο ιεραπόστολο:
της ομορφιάς,
του έρωτα
και της αγάπης,
που άγγιζε πολλές φορές,
κι άλλες ξεπερνούσε,
τα όρια της τρέλας,
καθώς προσπαθούσε να ερμηνεύσει·
τη λάμψη των πλάνων σου ματιών,
καθώς μ’ έσφιγγαν μέσα τους
κλείνοντας από ευτυχία τα βλέφαρά σου,
το τρέμουλο στα απαλά τα χείλη σου,
που λαχταρούσα,
το ναζιάρικο ηχόχρωμα της τρυφερής φωνής σου
αλλά και το σκίρτημα
που προκαλούσε στην καρδιά μου.
Τώρα, που είσαι μακριά
και η φωνή μου δε φτάνει στ’ αφτιά σου
και δεν μπορεί να σε ικετέψει,
να μου χαρίσεις και πάλι,
εκείνη τη θύελλα που έφερνες μαζί σου
και σάρωνε τις αισθήσεις μου,
θα ήθελα να μου εξηγήσεις,
πώς ήξεραν τα μάτια σου,
από τότε.
πως θ’ άφηνες για πάντα
ανεξίτηλα τα σημάδια σου
στο μυαλό και στην ψυχή μου;
Μες στο καράβι που με πήγαινε μακριά,
η θύμησή μου ξαναγύριζε σε σένα,
κόρη της θάλασσας,
των λουλουδιών και του βορρά.
Γι’ αυτό,
Θλιμμένα να σου πουν
απάντησα στα κύματα:
«Καλή σου τύχη όπου κι αν πας,
μα αν ποτέ με θυμηθείς,
για να με βρεις,
ψάξε·
στις ευωδιές των νυχτολούλουδων,
στων αηδονιών τις μαγικές φωνές,
στ’ ουρανού τα δάκρυα,
στου δειλινού τις φλόγες,
στης νύκτας τις σπαρακτικές κραυγές,
στ’ άστρα,
που λαμπυρίζοντας στον σκοτεινό ουρανό
της απουσίας τον καημό μοιρολογούν
και δένουν με μοναξιάς αγριόσυρμα
της δόλιας θύμησής μου,
τα σπασμένα».
Ψάξε,
σ’ εκείνη τη φεγγοβολή της αμμουδιάς,
που χόρευαν τα βότσαλα
στους ήχους της αγάπης μας,
ανάμεσα σε σένα
και σε μένα,
και μες στις θαλασσινές σπηλιές
που σταλαχτίτες μού δώριζες,
σταλιά-σταλιά αισθαντικά φιλιά,
πολύτιμους βραχόλιθους
σαν υποσχετικά,
διαμάντια της αγάπης σου
χαρούμενα υστερόγραφα με δάκρυα βρεγμένα.
Γιατί,
κι αν έγινα ποιητής,
το κάλεσμα να τραγουδώ
για την αγάπη και τον έρωτα
με τη φωνή του αηδονιού,
την ομορφιά τους να διαλαλώ
πετώντας πάνω,
από ψηλά σαν αετός:
από πόλεις,
από μονοπάτια ξέφωτα,
από γκρέμνες
αλλά και από απάτητα ονειρικά βουνά
για σένα έγινα,
μοναδικά για σένα».
Είσαι ευλογημένος, με την ποίηση εξελίσεσαι, εκφράζεσαι ελεύθερα, χαρίζεις γνώση, μάθηση: είναι η ύψιστη αξία του λόγου, που ξεχωρίζει ο άνθρωπος: μιλάει, γελάει, ονειρεύται, ελπίζει, πονάει, αγαπάει, ταξιδεύει... Το παρελθόν επηρεάζει το παρόν, όλα ζουν για να σου θυμίζουν Εκείνη.. Πρώτη αγάπη, σκιρτήματα, πόθος. Έγινες ποιητής για μια μεγάλη, αλυσμόνητη, αληθινή αγάπη... Εύγε!
ΑπάντησηΔιαγραφή