Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024

 

ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΑΛΜΑ ΤΗΣ ΛΕΑΙΝΑΣ ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

 


Η ζωή

είναι ένας δρόμος χρόνου

που κάθε μέτρο του

το ονομάζουμε στιγμή.

Βαδίζουμε πάνω του

ψάχνοντας μέσα κι έξω μας

τις χίμαιρες από τις αλήθειες

και τις αξίες

και πέφτουμε

και ματωμένοι σηκωνόμαστε

και συνεχίζουμε.

 

Και συναντάμε κάτι στιγμές

που γίνονται ώρες,

που γίνονται χρόνια,

που γίνονται αιώνες,

που φέρνουν μαζί τους,

ό,τι η ζωή θα ήθελε να μας πει,

ό,τι η ζωή θα ήθελε να μας διδάξει.

Και πώς να μη τις σταματήσεις,

να μη φύγουν,

να μη μας προσπεράσουν!

 

Ερωτεύσου την κάθε λεπτομέρεια της ζωή σου.

 

Ναι!

Αυτές είναι οι αξέχαστες στιγμές

που εναποθέτουν λουλουδοφώς

στην καρδιά,

στον νου,

στην ψυχή,

με λόγια,

εκδοχές,

χαμόγελα,

γέλια τρανταχτά,

ζεστές χειρονομίες,

αγκαλιές και φιλιά

και με σονέτα από φιλίες,

σπαραγμούς σιωπής

κι έρωτες

κι αγάπες.

 

Και τότε:

ο Ήλιος, το Φεγγάρι, η Γη

σταματούν να γυρίζουν,

και σαν μια φούχτα χρυσασημένια αστέρια

μεσ’ την απλότητα της ομορφιάς

χαμογελούν ακίνητα,

στολίζοντας το αύριο ξεχωριστό

με ταξιδευτές μελανορόδινους ορίζοντες.

 

Σαν το μετέωρο άλμα της λέαινας.

το παρόν και το μέλλον παγώνει,

η σκέψη χαιρετά τον χωρόχρονο

και οι δείχτες του ρολογιού

κολλάνε στο παρελθόν

εγκαταλείποντας πίσω στα αζήτητα

ό,τι πληγώνει.

 

Από το να λες φιλτραρισμένο

ό,τι σκέφτεσαι,

άνοιξε την καρδιά σου

και πες

ό,τι πραγματικά αισθάνεσαι.

Κανείς δε θα θυμάται ποτέ

αυτά που δεν είπες,

αυτά που σκέφτηκες.

«Σ’ αγαπώ… Σε θέλω… Σ’ έχω ανάγκη…»

 

Και τότε:

Τη φωνή της ερήμου την επικαλύπτει

η μουσική της θάλασσας.

Τον τρόμο της λαίλαπας τον κατευνάζει

η ασφάλεια των υπήνεμων λιμανιών.

Το χάος της καταιγίδας

το καταλαγιάζει η θαυμαστή ηρεμία

που κουβαλάνε μαζί τους

ο πρόσκαιρος ψίθυρος της βροχής

και το αντιφέγγισμα του χρωματιστού χαμόγελου

του ψυχικού ουράνιου τόξου.

 

Η ζωή

είναι ένας δρόμος χρόνου

που κάθε μέτρο του

το ονομάζουμε στιγμή.

Βαδίζουμε πάνω του

ψάχνοντας μέσα κι έξω μας

τις χίμαιρες από τις αλήθειες

και τις αξίες

και πέφτουμε

και ματωμένοι σηκωνόμαστε

και συνεχίζουμε.

 

Και βαδίζουμε

και βαδίζουμε,

δεμένοι στου χρονοκάβου τη ρωγμή

και κάτω απ’ το πετροβόλημα

των λυτρωμένων κυμάτων του ονείρου

τις βρίσκουμε…

Κι ας είναι γεμάτες ομίχλη,

τις φιλάμε σαν κόρες οφθαλμών

με απλανές διστακτικό βλέμμα προς τ’ αστέρια,

τις κάνουμε φως

που θροΐζουν με χρυσασημένια δάκρυα

και βαδίζουμε

και βαδίζουμε

και συνεχίζουμε…

 

ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ 7-3 (Δ:11-7-24)

1 σχόλιο:

  1. Υπέροχο!!! Καταπληκτικό!!!
    *Στην εκκλησία πολλούς στο ιερό κανένα * .Όλοι κρατάμε πάντα κάτι για τον εαυτό μας, σαν
    εφτασφράγηστο μυστικό.
    Μια χαρά εκφράζεις τα συναισθήματά σου, ξεγύμνωσες την ψυχή σου, ανοικτό 📙 είσαι, που άλλοι δεν τολμούν, είσαι αληθινός!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή